ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ(1919-1996).Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
Ο Ανδρέας Παπανδρέου,γιός του Γεωργίου Παπανδρέου(γέρος της δημοκρατίας) και της Σοφίας Μινέικο,γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1919 στη Χίο,όπου ο πατέρας του ήταν νομάρχης επί πρωθυπουργίας του Ελ.Βενιζέλου.Η ανεξάρτητη και έντονη προσωπικότητά του φάνηκε από τα παιδικά και εφηβικά-μαθητικά του χρόνια.
Με την προτροπή του πατέρα του,εντρύφησε πολύ νωρίς στις ιδέες του σοσιαλισμού και του μαρξισμού.Από την Δ' δημοτικού,ο Ανδρέας φοιτά στο Αμερικάνικο κολέγιο Αθηνών.Υπήρξε αριστούχος μαθητής.Την περίοδο των μαθητικών του χρόνων,παρουσιάζει την τάση να αναμιγνύεται στα κοινά.Μαζί με συμμαθητές του εκδίδει το μαρξιστικό περιοδικό ΞΕΚΙΝΗΜΑ.Παράλληλα αναλαμβάνει την παράνομη διανομή του εντύπου ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΣ,τροτσκιστικής απόκλισης.
Η αντιστασιακή του δράση έφερε την πρώτη σύλληψη στις 4 Αυγούστου 1936,επειδή μαζί με συμφοιτητές του,κατέστρεφαν προκηρύξεις της δικτατορίας Μεταξά.Η επόμενη σύλληψη το 1939 την άνοιξη,είναι καταλυτική.Το καλοκαίρι φεύγει για τις Η.Π.Α όπου παραμένει σχεδόν μια εικοσαετία.
Στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην φιλοσοφία και την οικονομία.Το 1942, ανακηρρύσεται εκεί πανεπιστημιακός βοηθός.Το 1946 σε ηλικία 27 ετών,αναλαμβάνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μινεσότας και έτσι αρχίζει η ακαδημαϊκή του καριέρα,η οποία συνεχίζεται στα πανεπιστήμια Νορθίστερν και Μπέρκλεϊ.Εκεί το διάστημα 1956-1960,διετέλεσε πρύτανης της σχολής Οικονομικών Επιστημών.
Το 1959 ο Α. Παπανδρέου παίρνει τη μεγάλη απόφαση και επιστρέφει στην Ελλάδα. Μαζί του, η σύζυγός του Μαργαρίτα και τα τέσσερα παιδιά τους -- ο Γιώργος, η Σοφία, ο Νίκος, ο Αντρίκος. Είχε εξασφαλίσει υποτροφία του Ιδρύματος Φούλμπραϊτ με αντικείμενο μια έρευνα πάνω στην ελληνική οικονομία και την αξιολόγηση των προοπτικών της. «Ο κύριος λόγος της επιστροφής μου στην Ελλάδα ήταν καθαρά προσωπικός. Ήθελα να ξαναγνωρίσω τον πατέρα μου, και αυτή τη φορά κατά ώριμο τρόπο. Πάντα έτρεφα μεγάλη αγάπη και βαθύ σεβασμό για τον Γεώργιο Παπανδρέου. Αλλά ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω πραγματικά καλά. Οι αναμνήσεις μου γι` αυτόν ήσαν αναμνήσεις εφηβικής ηλικίας και οι σκέψεις μου διαγράφονταν μέσα στα όρια αυτού του πλαισίου», γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του Η Δημοκρατία στο απόσπασμα.
Η αντίστροφη όμως μέτρηση για έναν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή και για την κατάκτηση της εξουσίας αρχίζει. Θέτει με τόλμη και φαντασία τις βάσεις της μετέπειτα 35ετούς πολιτικής του παρουσίας. Με προτροπή τού τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, αναλαμβάνει την οργάνωση και διεύθυνση ενός ινστιτούτου οικονομικών ερευνών, αφού θέτει ως όρο να επανδρωθεί το ινστιτούτο από εκπαιδευμένους στο εξωτερικό οικονομολόγους ώστε να υπάρξει η απαραίτητη καθοδήγηση στα πρώτα στάδια. Το 1960 ιδρύεται έτσι το Κέντρο Προγραμματισμού και Έρευνας (ΚΕΠΕ). Από το 1961 παίζει το ρόλο ανεπίσημου συμβούλου του πατέρα του, ο οποίος του ασκούσε πιέσεις να αναμιχθεί ενεργά στην πολιτική. Θεωρείται ο εμπνευστής της απόφασης του «Γέρου» να μην αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα τον Οκτώβρη του 1961 καταγγέλλοντάς το ως προϊόν βίας και νοθείας, παρά τις έντονες αμερικανικές πιέσεις για αναγνώριση του αποτελέσματος. Αρχίζει ο πρώτος «Ανένδοτος Αγώνας» για νέες αδιάβλητες εκλογές, που βρίσκει μεγάλη απήχηση στη νεολαία, τον αγροτικό και τον πνευματικό κόσμο. Η πρώτη του αυτή πολιτική απόφαση δικαιώνεται με την προκήρυξη εκλογών για τις 3 Νοεμβρίου 1963. Η οριακή νίκη της Ένωσης Κέντρου σε συνδυασμό με την απροθυμία ΗΠΑ-Ανακτόρων να εγκρίνουν την κυβερνητική συνεργασία με την ΕΔΑ, οδηγούν σε νέες εκλογές, στις 16 Φεβρουαρίου 1964. Αυτές σηματοδοτούν την επίσημη ανάμιξή του στην πολιτική ζωή του τόπου. Περιγράφοντας ο ίδιος την πρώτη του προεκλογική εκστρατεία αναφέρει: «Θυμούμαι τα ενθουσιώδη πλήθη, τα λουλούδια, τις προσφωνήσεις, τις εκδηλώσεις πίστης και αφοσίωσης. Το μήνυμα που μετέφερα ήταν βασικά απλό. Η Ένωση Κέντρου είχε σκοπό να κάμει την Ελλάδα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Πολιτικά θα μεταβάλλαμε την Ελλάδα από τρομοκρατούμενο αστυνομικό κράτος, σε σύγχρονη ουσιαστική δημοκρατία. Οι αστυφύλακες, οι χωροφύλακες και οι γραφειοκράτες θα γίνονταν υπηρέτες του λαού και όχι τύραννοί του».
Στις 18 Ιανουαρίου πραγματοποιεί την πρώτη του συγκέντρωση στην Πάτρα. «Ευχαριστώ για τη θερμή υποδοχή που μου επιφυλάξατε στο πρώτο μου βήμα στην πολιτική», ήταν τα πρώτα λόγια που εκφώνησε, αφού παρέμεινε αμίλητος επί δέκα λεπτά μπροστά στο μικρόφωνο, καθώς τα πλήθη δεν τον άφηναν να μιλήσει. Ο λόγος είναι σύντομος. «Απόψε ακούσαμε όλοι τον Ανδρέα Παπανδρέου. Και πιστεύω ακράδαντα ότι εγεννήθη ημίν νέος ηγέτης» θα πει λίγο αργότερα ο Ασημάκης Φωτήλας. «Μένω έκπληκτος. Εμένα ποτέ δεν με δέχθηκαν τόσο εύκολα. Μπράβο σου. Ελπίζω η αγάπη τους να μετατραπεί και σε ψήφους», θα σχολιάσει ο Γ. Παπανδρέου. Και αυτό έγινε. Έλαβε 26.616 ψήφους, δεκαέξι χιλιάδες σταυρούς περισσότερους από τον δεύτερο υποψήφιο!
Μετά τον εκλογικό θρίαμβο της Ένωσης Κέντρου, αναλαμβάνει αρχικά υπουργός Προεδρίας και λίγους μήνες αργότερα αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού. Οραματίζεται μια άλλη Ελλάδα. Στην εξωτερική πολιτική να κυριαρχεί το σύνθημα «Σύμμαχοι ναι, Δορυφόροι όχι». Σηκώνει τη σημαία του αντιαμερικανισμού, του αντιμοναρχισμού, του αντιδεξιού κράτους. Της μετατροπής της Ελλάδας από χώρας υπό ξένη εξάρτηση σε ανεξάρτητο αναπτυγμένο κράτος. Επιδεικνύει ζωηρό ενδιαφέρον για την αντιμετώπιση ζωτικών εθνικών θεμάτων. Κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι προσπαθούν να ανατρέψουν τον Μακάριο και να εγκαθιδρύσουν νατοϊκή --ακριβέστερα τουρκική υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ-- στρατιωτική βάση στην Κύπρο. Διώχνει τον διευθυντή της Φωνής της Αμερικής για ανθελληνική έως φιλοτουρκική προπαγάνδα μέσα από τον επίσημο αμερικανικό σταθμό στη Μεσόγειο, και μάλιστα σε περίοδο ελληνοτουρκικής έντασης. Τον Ιούνιο συμμετέχει στην ελληνική αντιπροσωπεία που υπό τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου συναντάται στην Ουάσινγκτον με τον πρόεδρο Τζόνσον, ενώ Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονται στα πρόθυρα πολέμου με αφορμή το Κυπριακό. Η ελληνική πλευρά αρνείται τις προτάσεις Τζόνσον εμμένοντας σε δίκαιη λύση. Φεύγοντας από την Ουάσινγκτον ο «Γέρος» προβλέπει: «Ο Τζόνσον δεν θα μου συγχωρέσει ποτέ την άρνησή μου στις πιέσεις του. Και θα με πληρώσει»...Η πολιτική που ακολουθεί ο Α. Παπανδρέου, οι απόψεις του, βρίσκουν απήχηση στις λαϊκές ομάδες και οδηγούν τελικά στη συγκρότηση του κινήματος της Κεντροαριστεράς. Το κατεστημένο ενοχλείται καθώς βλέπει προνόμιά του να θίγονται. Ενοχλημένο εμφανίζεται και ένα τμήμα της βενιζελογενούς Ένωσης Κέντρου, θωρώντας τις θέσεις του πολύ πρωτοποριακές -- έως και επαναστατικές για τα δεδομένα του κόμματος. Στις 16 Νοεμβρίου 1964 ο Α. Παπανδρέου παραιτείται υπό τα πυρά αδυσώπητης εσωκομματικής κριτικής.
Η σχετική πολεμική που ασκείται από καιρό κατευθύνεται από την εφημερίδα Ελευθερία --του Πάνου Κόκκα--, με κύριο εμπνευστή τον Κ. Μητσοτάκη και άλλα στελέχη της Ε.Κ. Η σφοδρότερη επίθεση περιέχεται σε άρθρο της 1ης Νοεμβρίου, στο οποίο ο πρωθυπουργός κατηγορείται για δικτατορική κυβέρνηση, διατυπώνονται σαφείς υπαινιγμοί κατά του Ανδρέα και η Ε.Κ. εμφανίζεται να «κλυδωνίζεται μεταξύ των ιδεωδών της και των πειρασμών μιας νέας φαυλοκρατίας». Η παραίτηση του Ανδρέα από το υπουργικό αξίωμα αναστέλλει την εκδήλωση της βαθιάς κρίσης που ενυπάρχει στην Ένωση Κέντρου. Ο ίδιος τόνιζε μόνο το γεγονός ότι οι συνεχείς συγκρούσεις δημιουργούσαν προβλήματα στο κυβερνητικό έργο. Πολιτικοί παρατηρητές της εποχής έκαναν λόγο για αμερικανικές πιέσεις, λόγω της στάσης του στο Κυπριακό. Η παραίτησή του πάντως γίνεται δεκτή με ανακούφιση από τα Ανάκτορα, τα οποία τον κατηγορούσαν για «εισαγωγή καινών δαιμονίων» στην ελληνική πολιτική ζωή. «Την ανακούφισή τους διαδέχθηκε νέα απογοήτευση. Το ταξίδι μου στην Κύπρο με ταύτισε με τον αγώνα για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της Κύπρου και με μια νέα αντιμετώπιση των σχέσεων της Ελλάδας με την Αμερική και τις άλλες χώρες-μέλη της Συμμαχίας» έγραφε ο ίδιος. Μακριά από κυβερνητική θέση, ο Ανδρέας γίνεται πόλος συσπείρωσης του κινήματος της Κεντροαριστεράς και άτυπος ηγέτης της εσωκομματικής αυτής πτέρυγας. Αρνείται τη διατήρηση των παγιωμένων ισορροπιών ζητώντας «λαϊκή κυριαρχία, εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική πρόοδο». Ζητεί πιο τολμηρή στάση της κυβέρνησης απέναντι στα κρίσιμα ζητήματα και δέχεται κριτική και πυρά από διάφορες κατευθύνσεις.
Τον Απρίλιο του 1965 πραγματοποιεί περιοδεία στη Θεσσαλία επικεφαλής κλιμακίου βουλευτών του κόμματος, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει «ιστορική καμπή στην πολιτική σταδιοδρομία» του. Εντυπωσιασμένος από την επιτυχία της περιοδείας, ο Γ. Παπανδρέου του ζητάει να επιστρέψει στην κυβέρνηση πάλι ως αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού. Για τους λόγους που ο πατέρας του πήρε αυτήν την απόφαση, ο ίδιος γράφει: «Ο πρώτος ήταν πρόδηλος. Του ήμουν απαραίτητος για την εφαρμογή του προγράμματος ανάπτυξης της Ε.Κ. και ήταν φανερό πως διέθετα εντυπωσιακό λαϊκό έρεισμα. Ο δεύτερος λόγος ήταν η ανησυχία του πως, μη έχοντας υπουργικά καθήκοντα θα διέθετα άφθονο χρόνο να περιοδεύω στη χώρα, αυξάνοντας τη λαϊκή μου βάση σε βαθμό που θ` αντιδρούσαν τα άλλα ηγετικά στελέχη του κόμματος από φόβο μην τους επισκιάσω. ... Στην ουσία η επιστροφή μου στο υπουργικό συμβούλιο ήταν στρατηγικό λάθος. Η εχθρική στάση που είχε εκδηλώσει η ΕΡΕ για την κυβέρνησή μας είχε τώρα μεταβληθεί σε αντιπαπανδρεϊκή υστερία». Οι επιθέσεις της εφημερίδας Ελευθερία συνεχίζονται. Νεποτισμός, οικογενειοκρατία και κληρονομική αρχηγία του κόμματος είναι οι καθημερινές κατηγορίες. Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του στην κυβέρνηση, ξεσπάει η υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ». Μια καλά στημένη εκστρατεία σπίλωσής του από Ανάκτορα, ΕΡΕ και τμήμα της Ε.Κ., όσους δηλαδή ανησυχούν για την ενδεχόμενη ανατροπή των «παγιωμένων» ισορροπιών. Επιχειρείται να εμφανιστεί ως ο εγκέφαλος ενός παραστρατιωτικού «κινήματος» με βάση την Κύπρο το οποίο στρέφεται κατά του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Ο δεξιός Τύπος επιχειρεί να αξιοποιήσει τα μέγιστα αυτήν την υπόθεση, προσπαθώντας να εξάψει την εθνικόφρονα κοινή γνώμη και να «προειδοποιήσει» το λαό για τους κινδύνους που κατά την άποψη των Ανακτόρων διέτρεχε. Ερμηνεύοντας την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου αναφέρει: «Ένας μικρός αριθμός αξιωματικών που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στη χούντα του ΙΔΕΑ για να εξασφαλίσουν την καριέρα τους, έλπισαν πως με τη νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων το 1964, ο στρατός θ` απαλλασσόταν από τον αποπνικτικό έλεγχο της Δεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης. Βαθιά απογοητευμένοι από τους συμβιβασμούς που έκαμε η κυβέρνησή μας και από τη φανερή απροθυμία ή αδυναμία της ν` απαλλάξει το στράτευμα από τη μάστιγα του ΙΔΕΑ, ίδρυσαν επαγγελματικό σύνδεσμο με βασικό σκοπό να προστατεύσουν τις καριέρες τους ... σε μερικούς απ` αυτούς είχαν κάμει καλή εντύπωση οι προοδευτικές θέσεις μου, τους άρεσε ο ρόλος που έπαιξα στο Κυπριακό κι ίσως τους είχε δημιουργηθεί η ελπίδα πως μια νέα εποχή άρχιζε για τον τόπο μας. Κατά συνέπεια μιλούσαν ευμενώς για μένα. Αρπάζοντας αυτή την ευκαιρία το στρατιωτικό κατεστημένο, με τη βοήθεια του [υπ. Αμυνας] Γαρουφαλιά και την ενθάρρυνση των Αμερικανών, ώθησε το Βασιλιά σε ανοικτή αναμέτρηση με το Γεώργιο Παπανδρέου»...
Ακολουθεί περίοδος έντασης με έκδηλη την ανάμιξη παραστρατιωτικών κύκλων, που οδηγεί τον πρωθυπουργό στην απόφαση να αναλάβει προσωπικά και το υπουργείο ΄Αμυνας. Ο Κωνσταντίνος υιοθετεί τους ισχυρισμούς περί ΑΣΠΙΔΑ. Παραβιάζοντας το Σύνταγμα, αναμιγνύεται ενεργά στις πολιτικές εξελίξεις. Αρνείται στον Γ. Παπανδρέου το υπουργείο, και προκαλεί την παραίτηση της κυβέρνησης στις 15 Ιουλίου 1965. Σαράντα πέντε λεπτά μετά την αναχώρηση του Γ. Παπανδρέου από τα Ανάκτορα, όπου υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος αναθέτει το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Γ. Αθανασιάδη-Νόβα. Στην κυβέρνηση συμμετέχουν κορυφαία στελέχη της Ε.Κ., μεταξύ των οποίων ο κύριος πρωταγωνιστής της αποστασίας, Κ. Μητσοτάκης. Ο Ανδρέας κατά την περίοδο των κυβερνήσεων των αποστατών ασκεί σκληρή κριτική, εκφράζει την αντίθεσή του στις παρεμβάσεις εξωελληνικών παραγόντων και αγωνίζεται για την αποφυγή ενδεχόμενου πραξικοπήματος. Το διάστημα αυτό καταξιώνεται ως αρχηγός της κεντροαριστεράς πτέρυγας, υιοθετεί σαν βασικό του σύνθημα το «Η Ελλάδα στους Έλληνες» και ξεκινάει τον δεύτερο Ανένδοτο, που κινητοποιεί τη νεολαία, τους διανοούμενους, τους απλούς πολίτες σε μια σκληρή αναμέτρηση με τις δυνάμεις του κατεστημένου.
Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Απριλίου 1967 εκδηλώνεται το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Η κυβέρνηση που σχηματίζεται φέρει τη βασιλική σφραγίδα, αν και ο Κωνσταντίνος ετοίμαζε δικό του πραξικόπημα --των στρατηγών-- που δεν πρόλαβε να εκδηλωθεί.
Το δημοκρατικό πολίτευμα καταλύεται και ο Ανδρέας Παπανδρέου συλλαμβάνεται όπως πολλοί πολιτικοί. Στο σπίτι του, στο Παλαιό Ψυχικό, ουσιαστικά παραδίδεται στους διώκτες του όταν αυτοί απειλούν τη ζωή του γιου του, Γιώργου. Μεταφέρεται στο Γουδί, στο Πικέρμι, και στις 10 Μαΐου σε απομονωτήριο των φυλακών Αβέρωφ. Στο διάστημα της κράτησής του στηρίζει πολλές ελπίδες --όπως αναφέρει στο βιβλίο του Η Δημοκρατία στο απόσπασμα-- σ` εκείνη τη μυστική συμφωνία που είχε με τη σύζυγό του, Μαργαρίτα: κάθε βράδυ να βλέπει την καύτρα του τσιγάρου της στο απέναντι πεζοδρόμιο και να της απαντάει ανάλογα...
Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου απελευθερώνεται με την αμνηστία που η χούντα υποχρεώθηκε να παραχωρήσει. Στις 16 Ιανουαρίου 1968, υπό την πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης, του επιτρέπεται η έξοδος από τη χώρα. Πρώτος σταθμός το Παρίσι, όπου αμέσως μετά την άφιξή του κάνει δηλώσεις για την ανάγκη δυναμικής αντιπαράθεσης του λαού με τη χούντα.
Αμέσως μετά αρχίζει περιοδεία στις σκανδιναβικές χώρες και επαφές με σημαντικές προσωπικότητες προκειμένου να προωθήσει τον αντιδικτατορικό αγώνα. Στις 27 Φεβρουαρίου 1968 ιδρύει το «Πανελλήνιο Αντιστασιακό Κίνημα» (ΠΑΚ), που εξαπλώνεται ταχύτατα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, με αρχική έδρα τη Στοκχόλμη. Ο αγώνας του ΠΑΚ είναι εθνικοαπελευθερωτικός, επιπλέον όμως αντιαμερικανικός και αντιμοναρχικός. Όραμα του Α. Παπανδρέου είναι μια Ελλάδα στο χώρο των αδεσμεύτων, συντονισμένη στον «αντιιμπεριαλιστικό αγώνα των χωρών της Μεσογείου», στο πλαίσιο ενός μαρξιστικού προφίλ. Στόχος του ΠΑΚ, να συσπειρώσει στις τάξεις του όλους τους Έλληνες που μάχονται για την απελευθέρωση της χώρας από τη χούντα. Ο Ανδρέας θεωρεί ότι το δικτατορικό Σύνταγμα του 1968, αν και αποτελεί έναν καταστατικό χάρτη που συντάχθηκε στην Ουάσινγκτον αποβλέποντας στη μονιμοποίηση της αμερικανικής κατοχής στην Ελλάδα, έχει προσωρινό χαρακτήρα. Ενδεικτική η διακήρυξη του ΠΑΚ, μετά το νόθο συνταγματικό δημοψήφισμα, ότι το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας «θα το γράψει μόνος του ο ανεξάρτητος και κυρίαρχος ελληνικός λαός». Πρωτοστατεί στις αντιδικτατορικές κινητοποιήσεις, τονίζοντας ότι η πτώση της χούντας δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω συμβιβασμών με το καθεστώς ή με τις εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που το εξέθρεψαν. Μοναδική λύση είναι ο συνεχής και ανυποχώρητος λαϊκός αγώνας ο οποίος θα οδηγήσει στην κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας --από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ--, τη λύση του πολιτειακού, τον σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό με δημοκρατικές διαδικασίες.
Το διάστημα 1969-1974 ο Ανδρέας εργάζεται ως καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Γιορκ του Καναδά, συνεχίζοντας πάντοτε τον αγώνα του για την πτώση της χούντας.
Η πτώση της χούντας βρίσκει τον Ανδρέα Παπανδρέου στη Ρώμη. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 16 Αυγούστου. Στο αεροδρόμιο τον υποδέχονται χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι.
Ο Ανδρέας εκδηλώνει άμεσα την αντίθεσή του στον τρόπο που μεθοδεύτηκε η πολιτική αλλαγή την οποία εντάσσει σε ένα νέο καθεστώς εθνικής εξάρτησης, τονίζοντας ότι οι αγώνες του λαού κατά της δικτατορίας δεν δικαιώνονται. Η πολιτικοϊδεολογική τοποθέτηση του ΠΑΚ αναθεωρείται. Στις αρχές Αυγούστου του 1974, στην ελβετική κωμόπολη Βίντερμπουρ, τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ μετά από ένα διήμερο αντιπαραθέσεων υπερψηφίζουν κατά πλειοψηφία την εισήγηση του Ανδρέα για αυτοδιάλυση του ΠΑΚ και συγκρότηση πολιτικού φορέα. Αυτός θα πρέπει να έχει «σοσιαλιστικό, προοδευτικό χαρακτήρα με στρατηγική αντίληψη για τις σύγχρονες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και τις νέες προοπτικές της χώρας μετά την επτάχρονη χούντα». Ο Α. Παπανδρέου, διαβλέποντας τις πολιτικές εξελίξεις, αρνείται την ανασύνταξη της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου και προχωρά στη δημιουργία ενός ριζοσπαστικού, αγωνιστικού, σοσιαλιστικού κινήματος με βασικό κορμό το ΠΑΚ.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 προχωρά στην ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), αφού είχε τη διορατικότητα να εντοπίσει: το ριζοσπαστισμό του λαού και ιδιαίτερα της νεολαίας, το ιδεολογικοπολιτικό κενό στο χώρο της ευρύτερης δημοκρατικής Αριστεράς, τα αδιέξοδα της παραδοσιακής Αριστεράς, την ανυπαρξία δυναμικής της μεταπολιτευτικής Ένωσης Κέντρου. Στη «Διακήρυξη Αρχών και Στόχων» του νέου πολιτικού σχηματισμού, γνωστή ως «Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη» αναφέρονται ως βασικές επιδιώξεις: η εθνική ανεξαρτησία, η λαϊκή κυριαρχία, η κοινωνική απελευθέρωση, η δημοκρατική διαδικασία. Γίνεται σαφής αναφορά στην ανάγκη αποχώρησης της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ, μη ένταξης της στην ΕΟΚ, κάθαρσης της δημόσιας ζωής από παρακρατικές και υπερκρατικές παρεμβάσεις, απονομής δικαιοσύνης για τα εγκλήματα που είχαν συντελεστεί την περίοδο της δικτατορίας. Προδιαγράφεται το πλαίσιο του επιθυμητού σοσιαλιστικού μετασχηματισμού διαφοροποιημένο από αυτό του λενινιστικού μοντέλου, στη βάση της κοινωνικοποίησης και της αυτοδιαχείρισης. Στη Διακήρυξη τονίζονται: «Κάθε εξουσία πηγάζει από το λαό, εκφράζει το λαό και υπηρετεί το λαό. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική δομή της δύναμης στη χώρα μας διαρθρώνεται με τρόπο που να αποκλείει την παραβίαση της λαϊκής θέλησης με οποιοδήποτε τρόπο. ... Η Ελλάδα αποσυνδέεται από τους στρατιωτικούς, πολιτικούς και οικονομικούς συνασπισμούς, που υπονομεύουν την εθνική μας ανεξαρτησία και το κυρίαρχο δικαίωμα του ελληνικού λαού να προγραμματίζει αυτός την πορεία της χώρας. ... Ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική με στόχους την εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας, την κατοχύρωση της αδέσμευτης λαϊκής κυριαρχίας και την καλύτερη δυνατή πραγμάτωση των επιδιώξεων του ελληνικού λαού. ... Ακυρώνονται οι διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες που έχουν οδηγήσει την Ελλάδα σε οικονομική, πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση από τα μονοπωλιακά συγκροτήματα της Δύσης και ιδιαίτερα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Η αποπυρηνικοποίηση του μεσογειακού και βαλκανικού χώρου, η ουδετεροποίηση της Μεσογείου από τους στρατιωτικούς συνασπισμούς, η σύσφιξη των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με τους λαούς όλης της Ευρώπης και της Μεσογείου ως προσφορά και στη διεθνή ειρήνη, η συναδέλφωση των λαών και η δομή όλων των χωρών σε μια πανανθρώπινη και πανελεύθερη Κοινότητα με ίση μεταχείριση και ίσα δικαιώματα όλων των ανθρώπων αποτελούν μόνιμες επιδιώξεις μας. ... Εξασφαλίζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη κοινωνική και οικονομική ισότητα των δύο φύλων. ... Εξασφαλίζεται με γνήσιες δημοκρατικές διαδικασίες η άμεση και ενεργός συμμετοχή όλων των πολιτών στην πολιτική ζωή του τόπου. ... Διαχωρίζεται οριστικά η εκκλησία από το κράτος και κοινωνικοποιείται η μοναστηριακή περιουσία...».
Οι πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές ορίζονται για τη 17η Νοεμβρίου 1974, πρώτη επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου -- επιλογή που ο Ανδρέας χαρακτηρίζει ως «ασέβεια στη μνήμη των θυμάτων και των αγωνιστών του Πολυτεχνείου». Οι αντιδράσεις στο χρόνο διεξαγωγής των εκλογών και στο εκλογικό σύστημα δεν ευαισθητοποιούν τις μεγάλες μάζες. Η κοινή γνώμη ενδιαφέρεται, ελάχιστους μόνο μήνες μετά την επάνοδο της δημοκρατίας, για την αποκατάσταση της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού-δημοκρατικού συστήματος και την εκλογή μιας κυβέρνησης που θα θέσει τέρμα στον κίνδυνο χουντικής υποτροπής.
Στον προεκλογικό αγώνα του 1974 το πολιτειακό είναι η αιχμή του πολιτικού λόγου του Ανδρέα. Αυτό αποτελεί το αδύνατο σημείο του Κ. Καραμανλή, καθώς μια ανοικτή τοποθέτησή του υπέρ ή κατά της μοναρχίας θα προκαλούσε σοβαρά ρήγματα και στο κόμμα και στους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας (την οποία είχε ιδρύσει στις 30 Σεπτεμβρίου). Τα αποτελέσματα του δίνουν ποσοστό 13,6% και δώδεκα έδρες στη Βουλή. Αναδεικνύεται ως ανερχόμενος πολιτικός αντίπαλος των παραδοσιακών πολιτικών χώρων της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς. Ο αντιπολιτευτικός του λόγος για εθνική ανεξαρτησία, κάθαρση των Ενόπλων Δυνάμεων και της δημόσιας ζωής από τους χουντικούς, καθώς και κατάργηση της μοναρχίας, είναι καθοριστικός για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Η πρώτη σύγκρουση Ανδρέα-Καραμανλή στη Βουλή γίνεται στο πλαίσιο της εκλογής του προσωρινού Προέδρου Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλου, σκοπός της θητείας του οποίου ήταν ουσιαστικά η ψήφιση νέου Συντάγματος. Η μάχη του Ανδρέα στη Βουλή για τη σύνταξη και την ψήφιση του μεταπολιτευτικού Συντάγματος είναι σκληρή. Σημείο αιχμής, οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, τις οποίες ο Ανδρέας θεωρεί ότι με το νέο Σύνταγμα είναι ενισχυμένες.
Η διάσταση απόψεων Καραμανλή-Παπανδρέου δεν οφείλεται μόνο στις διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές αντιλήψεις τους, αλλά και στους διαφορετικούς στόχους τους: η προεδρία για τον πρώτο, η πρωθυπουργία για το δεύτερο. Έντονη είναι η αντιπαράθεση των δυο ανδρών και στο θέμα της τιμωρίας των πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου 1967. Ο Καραμανλής τάσσεται υπέρ του τερματισμού των παθών με περιορισμό της τιμωρίας για τους πρωτεργάτες της χούντας. Ο Α. Παπανδρέου επιθυμεί την πλήρη αποχουντοποίηση. Συγχρόνως, εργάζεται για την οργανωτική και ιδεολογική συγκρότηση του νεοσύστατου ΠΑΣΟΚ. Δεν διστάζει να διαγράψει από το Κίνημα όσους αμφισβητούν την υπερεξουσία του ως προέδρου.
Οι απόψεις του γίνονται ολοένα περισσότερο αποδεκτές από το λαό. Στις δεύτερες εκλογές, της 20ής Νοεμβρίου 1977, το ΠΑΣΟΚ διπλασιάζει σχεδόν το ποσοστό του και εξασφαλίζει το 25,34% των ψήφων και 93 έδρες. Το πρωτοφανές γεγονός, ένα νεοσύστατο κόμμα να αναδειχθεί στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, καταγράφει τη δυναμική εξουσίας που είχε. Ως ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης οξύνει την κριτική του απέναντι στην κυβέρνηση Καραμανλή για τα εθνικά, τα κοινωνικά και τα οικονομικά θέματα.
Εξωτερική πολιτικήΣτο «γεωγραφικά, πολιτικά και ιδεολογικά η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν» του Κ. Καραμανλή, ο Ανδρέας αντιτάσσει το «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Τάσσεται κατά της παρουσίας της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, αμφισβητεί τη σύνδεσή της με την ΕΟΚ και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας ως δεδομένο. Αμφισβητεί την ένταξή της στις δυτικές συμμαχίες παρά τον υφιστάμενο ψυχροπολεμικό διπολισμό, εκτιμώντας ότι η χώρα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία των αδέσμευτων κρατών έξω από τους δύο παγκόσμιους συνασπισμούς. Μέσα όμως σε μια ενωμένη Ευρώπη, από τη Σιβηρία μέχρι τον Ατλαντικό, που θα στηρίζεται στην ένωση των λαών και όχι των κυβερνήσεων. Η ένταξη στην ΕΟΚ, η οποία χαρακτηρίζεται από το ΠΑΣΟΚ ως η οικονομική πλευρά του ΝΑΤΟ, πιστεύεται ότι θα οδηγήσει στη διαιώνιση του περιφερειακού-δορυφορικού χαρακτήρα της χώρας. Ούτε ΕΟΚ, ούτε ΝΑΤΟ, ούτε Σύμφωνο της Βαρσοβίας επιτρέπουν αδέσμευτη εξωτερική πολιτική. Αναγκαία, επομένως, είναι η δημιουργία νέων δομών στην Ευρώπη με βάση τις αρχές του ενιαίου, της στενής συνεργασίας, της κοινής πορείας προς μια ομόσπονδη σοσιαλιστική Ευρώπη. Η εγκατάλειψη του αποκλειστικού προσανατολισμού της εμπορικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Δύση είναι από τους στόχους του ΠΑΣΟΚ που επιδιώκει την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων με όλες τις άλλες χώρες ειδικά στον βαλκανικό και μεσογειακό χώρο, στο πλαίσιο του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα των χωρών της Μεσογείου, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της εκμετάλλευσης του ξένου κεφαλαίου με τη μορφή νεοαποικιακών καθεστώτων. Προτείνει τη συνεργασία των μεσογειακών χωρών με στόχο μια Μεσόγειο ελεύθερη από ξένες στρατιωτικές βάσεις και ξένους λαούς που θα ελέγχει το εξωτερικό της εμπόριο και την κίνηση κεφαλαίων. Από τον τρίτο κιόλας χρόνο της ζωής του, το ΠΑΣΟΚ δηλώνει έτοιμο να αναγνωρίσει την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, τις κυβερνήσεις Καμπότζης και Βιετνάμ, να ενισχύσει τη θέση των εξαρτημένων χωρών στο διάλογο Βορρά-Νότου και τη συνεργασία με τους Αδεσμεύτους.
Στο Κυπριακό ο Α. Παπανδρέου κερδίζει τις εντυπώσεις --κατά την πρώτη κοινοβουλευτική θητεία-- υποστηρίζοντας τη διεθνοποίηση του προβλήματος, την αποφυγή διακοινοτικού ή ελληνοτουρκικού διαλόγου και των παρεμβάσεων τρίτων (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Βρετανίας). Ο λόγος του έχει αποδέκτες όχι μόνο τον Κ. Καραμανλή αλλά και τον Γ. Μαύρο, αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που στηρίζει τις κυβερνητικές θέσεις. Δυναμική πολιτική υιοθετεί ο Α. Παπανδρέου και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ειδικά όσον αφορά το θέμα της υφαλοκρηπίδας, προτείνει τη μονομερή επέκταση των εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. Τον Ιούλιο του 1976 η Τουρκία προκαλεί βγάζοντας το ερευνητικό σκάφος «Χόρα» στο Αιγαίο για σεισμικές έρευνες κυρίως σε περιοχές που ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Ο Παπανδρέου προτείνει σύλληψη ή βύθιση του «Χόρα», καλώντας την κυβέρνηση να διευκρινίσει αν η «έντονη διακοίνωση» προς την τουρκική κυβέρνηση, χωρίς καμία αναφορά για ενδεχόμενη ελληνική αντίδραση, οφείλεται σε έλλειψη θάρρους ή σε καθοδηγούμενη πορεία συμβιβασμού. Ο ίδιος αργότερα δηλώνει ότι οι «πολεμικές ιαχές» που υιοθέτησε διευκόλυναν την κυβέρνηση στους χειρισμούς της, καθώς λειτουργούσαν ανασταλτικά στην τουρκική επιθετικότητα ασκώντας παράλληλα πιέσεις στη Δύση.Το αντιαμερικανικό προφίλ της πολιτικής του εκφράζεται έντονα με το θέμα των βάσεων. Η συμφωνία του 1976 μεταξύ Μπίτσιου και Κίσινγκερ απορρίπτεται στη Βουλή από την αντιπολίτευση. Ο Παπανδρέου αντιτίθεται στην ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, θεωρώντας ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις αποτελούν μεθόδευση για την εκχώρηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Τουρκία. Υποστηρίζει ότι στο «παζάρι της ένταξης» έχουν συμπεριληφθεί η Κύπρος, το «Αιγαίο» --εννοώντας την οροθέτηση της υφαλοκρηπίδας και τον αφοπλισμό των νησιών-- και η Θράκη. Χαρακτηρίζει τους όρους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1979 εξαιρετικά ζημιογόνους για την αυτοδύναμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Αποδοκιμάζει τις Συμφωνίες Ρότζερς για την πλήρη επανένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ. Δεσμεύεται για αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής μόλις ο ίδιος αναλάβει την εξουσία.
Η μετακίνηση του Κ. Καραμανλή στην προεδρία ανοίγει το δρόμο για την απρόσκοπτη κατάκτηση της πρωθυπουργίας στις επόμενες εκλογές.
Ηγέτης χαρισματικός, με εκρηκτικό πολιτικό λόγο, με δυνατότητα να μαγεύει τα πλήθη, ο Α. Παπανδρέου, ο Ανδρέας για όλους, σημαδεύει με την παρουσία του τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην Ελλάδα. Κατά την προεκλογική περίοδο διατυπώνει τη «Διακήρυξη Κυβερνητικής Πολιτικής», γνωστή ως το «Συμβόλαιο με το λαό», όπου γίνεται συστηματική παράθεση των επιλογών της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ μετά την ανάληψη της εξουσίας.
«Η ριζική αντιπαράθεση των βασικών κατευθύνσεών μας, απέναντι στην πολιτική της Δεξιάς και στη στυγνή σημερινή ελληνική πραγματικότητα, προσδιορίζει το περιεχόμενο και το μέτρο της Αλλαγής. Η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική εξάρτηση από εξωελληνικά κέντρα αποφάσεων, η αγνόηση ή η κατάπνιξη της πολιτικής βούλησης του λαού, η οικονομική και κοινωνική καταπίεση, η πολιτική διάβρωση, η ΄απρογραμμάτιστη` και άναρχη ΄ανάπτυξη`, η ερήμωση της υπαίθρου, η ασφυξία των πόλεων είναι οι καρποί της πολιτικής που ακολούθησε η Δεξιά με την, εδώ και πενήντα χρόνια, μονοκρατορία της. Οι βασικοί στόχοι και κατευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ είναι: Η εθνική ανεξαρτησία και η προάσπιση της εδαφικής μας ακεραιότητας. Η Λαϊκή κυριαρχία και η Δημοκρατία. Η πολιτιστική και πνευματική αναγέννηση. Το ξαναζωντάνεμα της υπαίθρου. Μια ανώτερη ποιότητα ζωής στην πόλη και στο χωριό.Η κοινωνική δικαιοσύνη και τελικά η Κοινωνική Απελευθέρωση των εργαζομένων, της γυναίκας, των μη προνομιούχων», είναι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το «Συμβόλαιο με το λαό».
Στις πρώτες δηλώσεις του ως νικητής των εκλογών, ο Ανδρέας υπόσχεται σκληρή δουλειά για την εφαρμογή του προγράμματος της Αλλαγής, τονίζοντας ότι θα τιμήσει το «μεγάλο συμβόλαιο τιμής» που συνήψε με το λαό, ότι θα παραμείνει «στις επάλξεις του αγώνα για μια νέα Ελλάδα που ανήκει στο λαό της, που θα τη διαφεντεύει ο λαός της». Το ΠΑΣΟΚ, βάσει των προεκλογικών δεσμεύσεων, δίνει άμεσα δείγματα των μεταρρυθμιστικών του προθέσεων, προωθώντας νομοσχέδια σε όλους σχεδόν τους τομείς του δημόσιου βίου.
Καταργούνται οι «φάκελοι» και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, οι διακρίσεις εις βάρος των πολιτών λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων. Σύντομα καθιερώνεται ο θεσμός του πολιτικού γάμου και του συναινετικού διαζυγίου, καταργείται η προίκα, αποποινικοποιείται η μοιχεία και η θέση της γυναίκας βελτιώνεται στο οικογενειακό και το κοινωνικό επίπεδο -- τουλάχιστον νομικά. Αναγνωρίζονται επίσημα οι αντιστασιακές οργανώσεις που έδρασαν την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής. Σε πρακτικό επίπεδο η απόφαση αυτή, που είχε ούτως ή άλλως συμβολική σημασία, είχε ως αποτέλεσμα τον επαναπατρισμό πολλών ελλήνων πολιτικών προσφύγων από την εποχή του Εμφύλιου. Στον τομέα της εκπαίδευσης προωθούνται αλλαγές σε όλες τις βαθμίδες, ωστόσο δεν είναι εφικτή η αποδοχή ενός ευρύτερου πλαισίου, με αποτέλεσμα τις συνεχείς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην πορεία του χρόνου. Στον εργασιακό και συνδικαλιστικό χώρο, αλλάζει ο τρόπος λειτουργίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθιερώνεται η πενθήμερη εργασία, η απλή αναλογική στην εκλογή των οργάνων τους -- αν και στην πορεία αποδεικνύεται δυσλειτουργική για το συνδικαλιστικό κίνημα. Επιχειρείται η αξιοκρατία στο Δημόσιο και η πάταξη της γραφειοκρατίας. Στον αγροτικό τομέα ενισχύονται οι συνεταιρισμοί, που όμως δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο επιτυχημένους και πιο δημοφιλείς θεσμούς της σοσιαλιστικής κυβέρνησης.
Στον οικονομικό τομέα, προωθούνται άμεσα αλλαγές που θέλουν να παρουσιάσουν τον μεταρρυθμιστικό άνεμο αφενός, την κοινωνική ευαισθησία της κυβέρνησης αφετέρου. Στα μέτρα που εξαγγέλλονται για την ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, περιλαμβάνονται η τιμαριθμοποίηση μισθών και ημερομισθίων (ΑΤΑ), ο διπλασιασμός των κατώτερων συντάξεων, σημαντικές αυξήσεις στους κατώτερους μισθούς. Υιοθετεί πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης με στόχο την αύξηση των επενδύσεων, μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής, μέτρα συνδρομής του κράτους στο χώρο της ιδιωτικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας μέσω δανειοδοτήσεων και προστασίας των προβληματικών επιχειρήσεων. Καταβάλλονται επιτυχημένες προσπάθειες για τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των ωφελημάτων που προκύπτουν από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ.
Την πρώτη τετραετία διακυβέρνησης της Ελλάδας από το ΠΑΣΟΚ, Ο Ανδρέας προωθεί ουσιώδεις αλλαγές στην εξωτερική πολιτική. Εξαγγέλλει την ανάγκη ανεξάρτητης και πολυδιάστατης πολιτικής, με γνώμονα την εξυπηρέτηση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων. «Το Κόμμα μας και εγώ θα θέλαμε να δούμε μια Ευρώπη που δεν θα είναι χωρισμένη σε Ανατολή και Δύση. Θα θέλαμε να έχουμε μια Ευρώπη την οποία ούτε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας ούτε το ΝΑΤΟ θα χωρίζουν σε δύο συνασπισμούς αντιμέτωπους στρατιωτικά. Πιστεύουμε στην ελεύθερη από πυρηνικά όπλα Ευρώπη και Μεσόγειο. Πιστεύουμε, αν θέλετε, ότι η Γιάλτα και το Πότσδαμ είναι παλιές για να καθορίζουν το καθεστώς των ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό είναι το όραμα», λέει στην πρώτη συνέντευξη μετά την εκλογική νίκη στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο ABC. Εργάζεται για τη σταδιακή απόσπαση της χώρας από δυσμενείς γι` αυτήν διεθνείς δεσμεύσεις. Αναβάθμιση του ρόλου στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ ως ισότιμου εταίρου, ρυθμίσεις για τις αμερικανικές βάσεις. Το «Έξω οι βάσεις από την Ελλάδα» γίνεται «Έναρξη συνομιλιών για το καθεστώς τους στην Ελλάδα». Στις σχέσεις με το ΝΑΤΟ διευκρινίζει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποχωρήσει, θα εκφράζει όμως τη δική της άποψη. Η ελληνική άποψη εκφράζεται με «αστερίσκους» και επιφυλάξεις στις νατοϊκές αποφάσεις που δεν ανατρέπουν την πολιτική της Συμμαχίας, παρουσιάζουν όμως τη διαφοροποίηση της Ελλάδας.
Το διάστημα 1981-1985 η πολιτική του Α. Παπανδρέου έναντι της ΕΟΚ στηρίζεται σε δύο άξονες. Αφενός θεωρείται αδιανόητη η αποχώρηση από την ευρωπαϊκή οικογένεια, αφετέρου θα πρέπει στο πλαίσιο αυτό να αναζητηθούν τρόποι βελτίωσης της θέσης της χώρας σε αυτήν και διαφοροποίησης από τις πολιτικές εκείνες που θεωρούνταν επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα. Η κυβέρνηση καταθέτει έτσι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Φεβρουάριο του 1982, Μνημόνιο για τις σχέσεις Ελλάδας-ΕΟΚ, με το οποίο ζητούσε την εξαίρεση της χώρας σε μακροπρόθεσμη βάση από τις ρυθμίσεις της κοινής αγοράς, με έμφαση σε αυτές που αφορούσαν στον ανταγωνισμό και την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών. Το 1983, η Ελλάδα αναλαμβάνει την πρώτη της προεδρία στην Ευρώπη. Στην πρώτη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ, αν και βρέθηκε ένας δίαυλος επικοινωνίας για τα θεσμικά, δεν υπάρχει πλήρης άρση των προβλημάτων Ελλάδας-ΕΟΚ. Για μεγάλο διάστημα, αντίθετα, παρατηρείται ένταση λόγω της ελληνικής αποστασιοποίησης σε θέματα υψηλής πολιτικής όσο και λόγω των πολλών αιτημάτων για ειδική μεταχείριση της χώρας εντός της κοινότητας. Όπως έχει χαρακτηριστικά τονιστεί, την περίοδο αυτή η Ελλάδα αντιμετώπιζε την Κοινότητα ως απλό διακυβερνητικό μηχανισμό μέσα στον οποίο κάθε κράτος στοχεύει στην ικανοποίηση των αιτημάτων του. Συχνά ο Ανδρέας ενοχλεί Ευρώπη και ΗΠΑ με πρωτοβουλίες προς τις χώρες της Αν. Ευρώπης και του Τρίτου Κόσμου. Αναβαθμίζει τις διπλωματικές σχέσεις με την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Η σύσφιξη των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο διευκολύνει τελικά και την αμερικανοαραβική προσέγγιση. Ουσιαστική είναι η παρέμβασή του και σε διεθνή προβλήματα που σχετίζονται με τη διασφάλιση της ειρήνης και την απαλλαγή της ανθρωπότητας από την απειλή του θερμοπυρηνικού ολέθρου. Πρωτοστατεί σε διαβουλεύσεις και διεθνείς συμφωνίες για τη δημιουργία απύραυλων ζωνών στη Βαλκανική και στη Σκανδιναβία. Πρωταγωνιστεί στην «Πρωτοβουλία των έξι» για την παγκόσμια ειρήνη. Αν και το κυπριακό τον είχε ιδιαίτερα απασχολήσει από τη δεκαετία του ΄60, δεν μπόρεσε να εμποδίσει εξελίξεις. Το ενδιαφέρον του παρουσιάζεται και με την επίσκεψή του στην Κύπρο το 1982, την πρώτη έλληνα πρωθυπουργού. Το 1983 πραγματοποιείται η ανακήρυξη του ψευδοκράτους στα κατεχόμενα. Η κινητοποίηση του Ανδρέα, ωστόσο, αποτρέπει τη διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους. Στον τομέα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, έκανε σαφές ότι δεν αποδέχεται στρατιωτικοπολιτικούς εκβιασμούς και δεν διαπραγματεύεται τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Αλλάζει το αμυντικό δόγμα της χώρας, προσανατολίζοντας τις ένοπλες δυνάμεις προς τον τουρκικό κίνδυνο.
Στην πρώτη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ, Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Η «συγκατοίκησή» τους είναι σε γενικές γραμμές χωρίς προβλήματα. Το 1984, την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας αναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η προσωπική αντιπαράθεση των δυο ανδρών, που φθάνει τα όρια ψυχρότητας από την εποχή της αποστασίας, είναι ακόμη ζωντανή. Ο Ανδρέας σχολιάζει με αυστηρό ύφος την εκλογή του Μητσοτάκη. Έτσι, η δημόσια χειραψία στις 27 Νοεμβρίου 1984 στο αεροδρόμιο, έπειτα από προτροπή του Κ. Καραμανλή λίγο πριν από την αναχώρησή του για επίσημη επίσκεψη στη Ρουμανία, χαρακτηρίζεται ιστορική. Ωστόσο, η πόλωση στην ελληνική πολιτική ζωή είναι γεγονός. Εν όψει των βουλευτικών εκλογών του 1985, ο Ανδρέας απαντάει σε όσους τον επικρίνουν για συναινετικές αποφάσεις και αιφνιδιάζει τους πάντες προτείνοντας τον Χρ. Σαρτζετάκη για την Προεδρία της Δημοκρατίας στη θέση του Κ. Καραμανλή. Η κίνηση αυτή θεωρείται από τις τολμηρότερες της πολιτικής καριέρας του Ανδρέα.
Στις εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985, το ΠΑΣΟΚ με σύνθημα «Ακόμα καλύτερες μέρες» εξασφαλίζει ποσοστό 45,82% και 161 έδρες και εδραιώνει την κυριαρχία του στην ελληνική πολιτική ζωή. Ο Ανδρέας γνωρίζει καλά --οικονομολόγος ο ίδιος-- ότι οι οικονομικές παροχές της πρώτης τετραετίας, που ήταν απαραίτητες βέβαια για την αναβάθμιση του χαμηλού βιοτικού επιπέδου του μέσου Έλληνα, δεν μπορούσαν να συνεχιστούν.
Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, λίγους μόνο μήνες μετά την επανεκλογή του, προαναγγέλλει την εφαρμογή πολιτικής λιτότητας διετούς διάρκειας. Στόχος, ο περιορισμός των ελλειμμάτων στον δημόσιο τομέα και στο ισοζύγιο πληρωμών. Το πρόγραμμα αναλαμβάνει να εφαρμόσει ο υπ. Εθνικής οικονομίας Κ. Σημίτης. Περιλαμβάνει υποτίμηση της δραχμής κατά 15% και ουσιαστική ακύρωση της τιμαριθμοποίησης μισθών και ημερομισθίων, και προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε κοινωνικό και συνδικαλιστικό επίπεδο. Η λαϊκή αυτή δυσαρέσκεια που έχει ήδη αποτυπωθεί στο αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών του 1986, οδηγεί σε αιφνίδια αλλαγή της οικονομικής πολιτικής από τον ίδιο τον Ανδρέα μέσα στη Βουλή κατά την παρουσίαση του προϋπολογισμού του 1988, και σε παραίτηση τον Κ.Σημίτη. Η δεύτερη κυβερνητική θητεία δεν διαθέτει την έμπνευση και τον μεταρρυθμιστικό ρυθμό της πρώτης και αναδεικνύει τις αδυναμίες του ΠΑΣΟΚ.
Συγχρόνως η ΝΔ, επικουρούμενη από την Αριστερά, ξεκινάει μια σειρά καταγγελίες για χρηματισμό πολιτικών, κρατικών στελεχών και μεσαζόντων. Σημαντικό ρόλο στη σκανδαλολογία παίζει και ο Τύπος, ενώ η ταχύτατη ανάδειξη του Γ. Κοσκωτά στο χώρο του Τύπου δημιουργεί αντιπαράθεση με τους μεγάλους εκδότες. Η σύλληψη Κοσκωτά στην Ουάσινγκτον τον Οκτώβριο του 1987, από όργανα της αμερικανικής υπηρεσίας φορολογικής δίωξης, συνταράσσει την κοινή γνώμη. Την ίδια χρονιά ο Κ. Μητσοτάκης θέτει στη Βουλή θέμα τηλεφωνικών υποκλοπών. Την επόμενη χρονιά φουντώνει το σκάνδαλο Κοσκωτά. Στο σκάνδαλο εμπλέκουν τον ίδιο τον Ανδρέα. Ο ίδιος, μιλώντας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ, χαρακτηρίζει το θέμα αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας και αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη των σκανδάλων. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή η σοβαρή καρδιολογική ασθένεια του Ανδρέα και η αιφνίδια αναχώρησή του για το Λονδίνο (συνοδεύεται από την αεροσυνοδό Δήμητρα Λιάνη), τον Αύγουστο του 1988, αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα των εξελίξεων. Υγεία και προσωπική ζωή του Ανδρέα γίνονται τα προσφιλή θέματα του Τύπου. Ο ίδιος αρνείται να ορίσει διάδοχο, και αναθέτει μόνο αρμοδιότητες στους δύο αντιπροέδρους της κυβέρνησης, Μ. Κουτσόγιωργα και Γ. Χαραλαμπόπουλο. Στις 30 Σεπτεμβρίου χειρουργείται στο νοσοκομείο Χέρφιλντ από τον καρδιοχειρουργό Μ. Γιακούμπ. Η συμπεριφορά ορισμένων φίλων ή «παρατρεχάμενων» κατά το διάστημα της νοσηλείας του στο Λονδίνο, προκάλεσε συχνά την κοινή γνώμη.
Επιστρέφει στις 22 Οκτωβρίου. Στο αεροδρόμιο πλήθος οπαδών του τον αποθεώνει μόλις εμφανίζεται στη σκάλα του αεροπλάνου. Αργότερα, σχολιάζοντας την υποδοχή, έλεγε: «αισθάνομαι βαρύτατη την ευθύνη όταν τόσες ελπίδες εναποθέτονται σε ένα πρόσωπο». Οι ίδιοι όμως που τον αποθεώνουν, παγώνουν τη στιγμή που με ένα νεύμα επισημοποιεί το δεσμό του με τη Δ. Λιάνη. Η επιστροφή του στην Ελλάδα και η επάνοδος στην ενεργό πολιτική δημιουργούν κλίμα δυσφορίας σε διάφορους πολιτικούς κύκλους, αντιπολιτευόμενους και μη. Η σκανδαλολογία φουντώνει και εστιάζεται στο πρόσωπο του Κοσκωτά. Η λέξη «κάθαρση» περνάει στην πρώτη γραμμή της ελληνικής ζωής. Το κλίμα γίνεται ιδιαίτερα βαρύ για το ΠΑΣΟΚ, ειδικά όσο πλησιάζουν οι εκλογές του Ιουνίου 1989, και ο Ανδρέας φαίνεται ότι χάνει τον έλεγχο των εξελίξεων.
Η κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις τον Μάρτιο του 1987, οπότε οι δυο χώρες φτάνουν στα πρόθυρα πολεμικής σύρραξης, και ο τρόπος αντιμετώπισής της, δείχνει την αποφασιστικότητα καθώς και την πολιτική και διπλωματική ικανότητα του Ανδρέα. Η κρίση αρχίζει με την τουρκική πρόθεση έρευνας σε περιοχή της ελληνικής υφαλοκρηπίδας από το τουρκικό σκάφος «Πίρι Ρέις». Η ένταση κλιμακώνεται ταχύτατα. Ο Ανδρέας προχωράει σε εντυπωσιακή πολεμική κινητοποίηση, προειδοποιώντας τη Δύση για τις επιπτώσεις που θα είχε στην περιοχή και στο ΝΑΤΟ μια σύρραξη μεταξύ δυο χωρών μελών του. Η μεταφορά προσωπικού μηνύματος του Ανδρέα στον βούλγαρο πρόεδρο Ζίβκοφ, από τον ΥΠΕΞ Κ. Παπούλια, είναι μια κίνηση με διπλή σημασία: Προσπάθεια εξασφάλισης μη βουλγαρικής επίθεσης αφενός, αφετέρου απειλή προς το ΝΑΤΟ για αποχώρηση από τη Συμμαχία και προσφυγή στη βοήθεια του ανατολικού μπλοκ. Οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας από μια σύρραξη, οδηγούν τον τούρκο πρωθυπουργό Τουργκούτ Οζάλ σε απόσυρση του ερευνητικού σκάφους. Με την εκτόνωση της κρίσης αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τη συνάντηση του Νταβός, στα τέλη Ιανουαρίου του επόμενου χρόνου. Η συμφωνία για «μη πόλεμο», όπως παρουσιάζεται στο κοινό ανακοινωθέν των δυο πλευρών, ανατρέπει τις γνωστές θέσεις του Ανδρέα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αργότερα χαρακτήρισε τη συμφωνία του Νταβός από το βήμα της Βουλής «mea culpa».
Η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής, συνεχίζει και τη δεύτερη τετραετία τη βελτίωση των σχέσεων με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες. Οι σχέσεις με την Αλβανία παρουσιάζουν την πιο σημαντική εξέλιξη από πολιτικής πλευράς με την άρση (το 1986) της εμπόλεμης κατάστασης που διαιωνιζόταν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δεύτερη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ και δεύτερη περίοδος των ελληνοκοινοτικών σχέσεων χαρακτηρίζεται από τη μεταρρύθμιση της ΕΟΚ με την «Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη». Η κυβέρνηση επαναδιαπραγματεύεται ορισμένους όρους που αφορούν ειδικές συνθήκες της ελληνικής οικονομίας και κατέληξε σε συμφωνία για τις συνθήκες σύγκλισης της χώρας. Στη δεύτερη ελληνική προεδρία, το 1988, καταγράφεται η πλήρης αποκατάσταση των ελληνοκοινοτικών σχέσεων. Δείγμα της στροφής της κυβερνητικής πολιτικής έναντι της ΕΟΚ, το υπόμνημα του ελληνικού ΥΠΕΞ προς τη Βουλή, όπου καταγράφονται τα οφέλη της χώρας από την ένταξή της και οι νέες θέσεις υπέρ μιας ομοσπονδιακής επιλογής της Ευρώπης.
Στις αρχές του 1989 ο πρόεδρος της ΝΔ Κ. Μητσοτάκης, ο γ.γ. του ΚΚΕ Χ. Φλωράκης, ο ηγέτης της ΕΑΡ Λ. Κύρκος και ο πρόεδρος της ΔΗΑΝΑ Κ. Στεφανόπουλος ζητούν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρ. Σαρτζετάκη να «ασκήσει τις αρμοδιότητές του για την ομαλή έξοδο από την κρίση, με άμεση προσφυγή στις κάλπες». Ο Ανδρέας χαρακτηρίζει τη συμπόρευση των τεσσάρων «αφύσικο φαινόμενο με μοναδικό στόχο να φύγει το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου». Στις προεκλογικές του ομιλίες κάνει έντονες αναφορές στη στάση του Κ. Μητσοτάκη στην αποστασία του ΄65 και επικρίνει την Αριστερά ότι ξέχασε τόσο γρήγορα τις παλιές γνωστές θέσεις της για το ρόλο των ξένων κέντρων αποφάσεων στην Ελλάδα.
Οι εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989 διεξάγονται σε κλίμα ακραίας πόλωσης μεταξύ ΠΑΣΟΚ και λοιπών πολιτικών δυνάμεων. Το αποτέλεσμά τους αφενός επιβεβαιώνει την αναμενόμενη πτώση του κυβερνώντος κόμματος, αφετέρου αποδεικνύει ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει έναν «σκληρό πυρήνα» ψηφοφόρων. Υπό τις κρατούσες συνθήκες το ποσοστό του 39,1% και οι 125 έδρες του ΠΑΣΟΚ καταγράφονται ως μη αρνητικό αποτέλεσμα. Η ΝΔ λαμβάνει ποσοστό 44,5%, και 145 έδρες (λόγω του νέου αναλογικού εκλογικού συστήματος), επομένως δεν εξασφαλίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης που λαμβάνει η ΝΔ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν έχει αποτέλεσμα. Η πρόταση του Συνασπισμού για σχηματισμό κυβέρνησης ευρύτερης δυνατής αποδοχής ώστε να κινηθεί η διαδικασία του νόμου περί ευθύνης υπουργών, απλώς καθυστερεί το σχηματισμό κυβέρνησης Δεξιάς-Αριστεράς. Στόχος του Συνασπισμού, να λάβει για πρώτη φορά στην ιστορία της η ελληνική Αριστερά εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, έστω διερευνητική.
Ο Ανδρέας παίρνει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στην εντατική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου, όπου νοσηλεύεται από τις 22 Ιουνίου με έντονα αναπνευστικά προβλήματα. Ο Χ. Φλωράκης ξεκαθαρίζει ότι μεταξύ Συνασπισμού και ΠΑΣΟΚ υπάρχει «η ψαροκασέλα της κάθαρσης». Το ΠΑΣΟΚ ωστόσο του προσφέρει γη και ύδωρ προκειμένου να αποτρέψει το σχηματισμό κυβέρνησης με τη ΝΔ -- ακόμη και τη μη συμμετοχή του Ανδρέα στο κυβερνητικό σχήμα. Στον Περισσό εκτιμούν ότι το ΠΑΣΟΚ διαλύεται, ενθαρρυμένοι από το 13,15% της ενωμένης Αριστεράς. Όταν στις 30 Ιουνίου ο Χ. Φλωράκης καταθέτει ως άκαρπη τη διερευνητική εντολή, ελάχιστοι γνώριζαν ότι τρεις ημέρες πριν, σε έκτακτη, άτυπη και μυστική συνάντηση των Μητσοτάκη-Φλωράκη-Κύρκου στο σπίτι του προέδρου της ΝΔ, υπήρχε συμφωνία συνεργασίας τους.
Την 1η Ιουλίου δίνεται στον Τζαννή Τζαννετάκη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Από το Γενικό Κρατικό ο Ανδρέας δηλώνει: «Σήμερα αποκαλύφθηκε η συμπαιγνία και το μέγεθος της αναξιοπιστίας των δυο ηγετών. Είναι μεγάλο λάθος η άνευ όρων παράδοση της ηγεσίας της παραδοσιακής Αριστεράς στην τακτική του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη». Στόχος της κυβέρνησης συνεργασίας ΝΔ-Συνασπισμού είναι η κάθαρση που συγκεκριμενοποιείται με το αίτημα για παραπομπή του Α. Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο. Αργότερα, στελέχη του Συνασπισμού αναγνώρισαν τα λάθη που έγιναν με στόχο την «κάθαρση».
Η εισήγηση της προανακριτικής επιτροπής για την παραπομπή του Ανδρέα υπερψηφίζεται, στην ψηφοφορία που έγινε τα ξημερώματα της 28ης Σεπτεμβρίου, από 165 βουλευτές. Το κατηγορητήριο μιλάει για παθητική δωροδοκία και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, καθώς και για ηθική αυτουργία στις υποθέσεις των καταθέσεων των ΔΕΚΟ και τη ρύθμιση του χρέους Καλκάνη. Μιλώντας στη Βουλή, λίγες ώρες πριν από την ψηφοφορία, ο Ανδρέας λέει: «Ήρθα στη Βουλή σήμερα όχι για να απαντήσω στο διάτρητο κατηγορητήριο και τους ποταπούς ισχυρισμούς των κατηγόρων μου. Ήρθα στον κορυφαίο θεσμό της Δημοκρατίας για να συμβάλω στην αποκατάσταση της αλήθειας. ... Βασικός στόχος αυτής της επιχείρησης ήταν και είναι η διάλυση του ΠΑΣΟΚ, η διάσπαση της μεγάλης δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης. Ήταν και είναι η αναίρεση --ή πιο απλά η υποστολή-- της εθνικά υπερήφανης εξωτερικής μας πολιτικής, η ματαίωση των αλλαγών στην κοινωνία και την οικονομία, η παρεμπόδιση του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού. ... Γι` αυτό το σκάνδαλο υπάρχουν ασφαλώς πολιτικές ευθύνες. Αναλαμβάνω το μερίδιο της δικής μου πολιτικής ευθύνης. ... Θέλω να επισημάνω με ιδιαίτερη έμφαση και με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η ποινική πλευρά της υπόθεσης δεν με αγγίζει...».
Στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος παραπέμπονται και τέσσερις υπουργοί. Ο κύριος στόχος της συμμαχικής αυτής κυβέρνησης επιτυγχάνεται. Ο Συνασπισμός απορρίπτει πρόταση του Ανδρέα για κυβέρνηση συνεργασίας. Το γεγονός επιπλέον ότι η χώρα χρειάζεται μια αποτελεσματική κυβέρνηση, την οποία δεν προσφέρει η υπάρχουσα, οδηγεί αναπόφευκτα σε νέες εκλογές. Στις 5 Νοεμβρίου 1989 ο λαός καλείται πάλι στις κάλπες. Η ΝΔ αυξάνει τη δύναμή της σε 46,2% --χωρίς πάλι να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία--, το ΠΑΣΟΚ από 39,1% εξασφαλίζει ποσοστό 40,7% και ο Συνασπισμός βλέπει τις επιλογές του να μην εγκρίνονται από το σύνολο των ψηφοφόρων του: η δύναμή του μειώνεται στο 11%. Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας οδηγούν τελικά στη συμφωνία για σύσταση οικουμενικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Ξ. Ζολώτα. Οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί (Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκης, Χ. Φλωράκης) δεν μετέχουν στην κυβέρνηση, συγκροτούν ωστόσο ένα άτυπο συμβούλιο του οποίου η συναίνεση είναι απαραίτητη για τις όποιες κυβερνητικές αποφάσεις. Η ιδέα σχηματισμού της οικουμενικής κυβέρνησης, με δεδομένο ότι το θέμα της «κάθαρσης» είχε πια δρομολογηθεί, είναι να διαρκέσει μέχρι τον Απρίλιο του 1990, οπότε η Βουλή θα κληθεί να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυτό αποδεικνύεται αδύνατο ωστόσο, λόγω της ασυμφωνίας των κομμάτων για κοινό υποψήφιο. Επί της ουσίας, η διάλυση της Βουλής οφείλεται στην εκτίμηση της ΝΔ ότι έχοντας το προβάδισμα θα μπορέσει να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία.
Για τρίτη φορά σε διάστημα μικρότερο του έτους, ο ελληνικός λαός καλείται στις κάλπες. Οι εκλογές της 8ης Απριλίου 1990 καταγράφουν περιορισμένες μετατοπίσεις του εκλογικού σώματος. Η ΝΔ με ποσοστό 46,9% εξασφαλίζει 150 έδρες. Το σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης της εξασφαλίζει η στήριξη του βουλευτή της ΔΗΑΝΑ Θ. Κατσίκη. Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται ο Κ. Καραμανλής.
Στις 11 Μαρτίου 1991 ξεκινάει στο Ειδικό Δικαστήριο η δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Δέκα μήνες μετά, ξημερώματα της 17ης Ιανουαρίου 1992, ολοκληρώνεται. Η συντριπτική νίκη του ΠΑΣΟΚ στη Β΄ Αθηνών στις επαναληπτικές εκλογές για την κάλυψη της έδρας του Δ. Τσοβόλα, η οποία του αφαιρέθηκε μετά την απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, δείχνει ότι η επάνοδος στην εξουσία είναι θέμα χρόνου. Στον Τύπο παρατηρείται στροφή. Την τριετία αυτή ο Ανδρέας ασκεί έντονη αντιπολιτευτική κριτική. Κάποιοι μάλιστα κάνουν λόγο για τον τρίτο Ανένδοτό του. Στις 10 Οκτωβρίου 1993 έρχεται η μεγάλη δικαίωση για τον Ανδρέα, με το εκλογικό αποτέλεσμα. Το ΠΑΣΟΚ λαμβάνει ποσοστό 46,88% και 170 έδρες. Ο πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου, Βασίλης Κόκκινος, που είχε δικάσει τον Ανδρέα, δηλώνει ότι θα προτιμούσε να μην είχε προχωρήσει σε αυτήν την πράξη...
Οι εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993 αποτελούν τον δεύτερο γύρο αντιπαράθεσης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, ειδικότερα Α. Παπανδρέου - Κ. Μητσοτάκη μετά την περίοδο 1989-1990. Το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει νέο πρόγραμμα «Για το παρόν και το μέλλον της Ελλάδας: Αναγέννηση παντού», διαφοροποιώντας την εικόνα του από αυτήν της δεκαετίας του ΄80. Μια εύκολη σχεδόν νίκη με ποσοστό 46,8% και 170 έδρες, είναι η δικαίωση του Ανδρέα. Είναι επιπλέον η τελική προσωπική νίκη του Ανδρέα επί του προσωπικού του αντιπάλου Κ. Μητσοτάκη. Η ΝΔ περιορίζεται στο 39,3% και η διασπασμένη Αριστερά καταγράφει απώλειες.
Το 1993 αρχίζει η «δεύτερη ευκαιρία» του ΠΑΣΟΚ, σε μια περίοδο μάλιστα κοσμοϊστορικών αλλαγών. Η βεβαρημένη υγεία του Ανδρέα λειτουργεί, γενικά, ανασταλτικά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η κλονισμένη υγεία του, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός κύκλου προσωπικών φίλων καθώς και της συζύγου του, Δ. Λιάνη, που εμφανίζονται να αναμιγνύονται στο κυβερνητικό έργο, δίνουν λαβή για έντονη κριτική σε εσωκομματικό επίπεδο. Το διάστημα αυτό, το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει την πολιτική λιτότητας. Ο πληθωρισμός πάντως πέφτει σε μονοψήφιο αριθμό, και οι συχνά επικριτικές Βρυξέλλες δικαιώνουν την ελληνική οικονομική πολιτική.
Στην εξωτερική πολιτική το ΠΑΣΟΚ έχει να αντιμετωπίσει το «Σκοπιανό», το οποίο του κληροδότησε η προηγούμενη κυβέρνηση. Στις 16 Φεβρουαρίου 1994 αποφασίζει την επιβολή οικονομικών αντιμέτρων στα Σκόπια. Τον Σεπτέμβριο του 1995 υπογράφεται η ενδιάμεση ή «μεταβατική συμφωνία», μια συμφωνία που χωρίς να επιλύει επί της ουσίας τη διαφορά του ονόματος, εξομαλύνει τις διμερείς σχέσεις. Στο βαλκανικό σκηνικό που ακολουθεί τις ραγδαίες εξελίξεις και μεταβολές μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ελληνοσερβική προσέγγιση δικαιολογείται λόγω των ερεισμάτων που έχει στην ελληνική κοινή γνώμη. Αναφορικά με την Αλβανία, ύστερα από μια περίοδο δύσκολων εκατέρωθεν προσαρμογών που ακολούθησαν την πτώση του Χότζα, από το 1995 αρχίζει μια νέα περίοδος εξομάλυνσης. Στον τομέα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η Τουρκία προβάλλει βέτο τον Δεκέμβριο του 1993 για να εμποδίσει την ίδρυση του χερσαίου στρατηγείου στη Λάρισα με χώρο ευθύνης όλη την ελληνική επικράτεια και το αεροπορικό υποστρατηγείο χωρίς όμως αυτό να έχει καθορισμένα όρια. Τον Μάρτιο του 1995 η Αθήνα αποσύρει τις επιφυλάξεις της για την τελωνειακή ένωση Τουρκίας-ΕΕ, αφού εξασφαλίζει τη διαβεβαίωση ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κύπρου θα ξεκινήσουν αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1997. Η επικύρωση από την ελληνική Βουλή, τον Μάιο του 1995, του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., προκαλεί σειρά επεισοδίων που κορυφώνονται με την απόφαση, στις 8 Ιουνίου, της τουρκικής Βουλής να εξουσιοδοτήσει την κυβέρνηση της χώρας να προχωρήσει ακόμη και σε κήρυξη πολέμου εάν η Ελλάδα ασκήσει το δικαίωμά της.
Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ βελτιώνονται περαιτέρω με κορυφαία τη συμβολικού χαρακτήρα επίσκεψη του Ανδρέα στην Ουάσιγκτον τον Απρίλιο του 1994. Ο παλαιότερος αντιαμερικανισμός του ΠΑΣΟΚ έχει χαθεί, και ο Α. Παπανδρέου, που έζησε τα «καλύτερα του χρόνια» στις ΗΠΑ, αισθάνεται δικαιωμένος από την έκφραση αμοιβαίου σεβασμού του Μπιλ Κλίντον. Το πρώτο εξάμηνο του 1994 η Ελλάδα αναλαμβάνει την τρίτη προεδρία στην ΕΕ, και την τρίτη επί ΠΑΣΟΚ. Επί της προεδρίας αυτής ολοκληρώνονται οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Αυστρίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας. Οι σχέσεις ωστόσο της Αθήνας με την Ευρωπαϊκή Ένωση βαρύνονται πλέον αφενός από τη στάση της Ελλάδας στο βαλκανικό πρόβλημα, αφετέρου από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Αθήνα προωθεί την ενταξιακή προοπτική της Κύπρου. Στην Ευρώπη, η πλειοψηφία των κυβερνήσεων είναι συντηρητικές. Και ο Ανδρέας, στη Σύνοδο Κορυφής στις Κάννες, τον Ιούνιο του 1995, κάνει λόγο για «εθνική μοναξιά», χαρακτηρίζοντας έτσι την εντελώς αρνητική στάση των Ευρωπαίων εταίρων έναντι των ελληνικών εθνικών θεμάτων.
Στις 20 Νοεμβρίου 1995 ο Ανδρέας εισάγεται στο Ωνάσειο με σοβαρό πρόβλημα υγείας. Πολλοί κάνουν λόγο για την ύστατη μάχη του. Είναι η πρώτη φορά που η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει με σεβασμό τον άνθρωπο Ανδρέα Παπανδρέου. Η μάχη είναι σκληρή. Εμφανίζεται αποφασισμένος να ζήσει -- όχι όμως και ως πρωθυπουργός. Τα προβλήματα υγείας τροφοδοτούν τη διαδοχολογία. Η πολυήμερη παραμονή του στο Ωνάσειο την εντείνει. Το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου 1996 παίρνει τη μεγάλη απόφαση αποδεικνύοντας το μέγεθός του ως ηγέτης, το σεβασμό του στο κόμμα που αυτός ίδρυσε και ανέδειξε στην εξουσία, την υπευθυνότητά του ως πολιτικός. Υπογράφει την επιστολή παραίτησής του, με την οποία συγχρόνως καλεί την Κοινοβουλευτική Ομάδα να εκλέξει τον νέο πρωθυπουργό. «Έβαλα και βάλαμε πάντα πάνω απ` όλα τα συμφέροντα του τόπου και του λαού. Αυτό είναι και τώρα το καθήκον μας» γράφει, δίνοντας το στίγμα της απόφασής του. Ζητάει από «όλα τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων». Δεν δίνει το χρίσμα σε κάποιο διάδοχο. Ο πολιτικός Ανδρέας Παπανδρέου περνάει στην ιστορία, παραμένοντας ο πρόεδρος-σύμβολο του κόμματος που ίδρυσε.
Στις 21 Μαρτίου 1996 ο Α. Παπανδρέου, ο Ανδρέας, βγαίνει από το νοσοκομείο. Δεν έχει καμία σχέση με τον Ανδρέα που γνωρίζαμε, αγαπήσαμε, θαυμάσαμε σαν ηγέτη και ρήτορα ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης. Το βλέμμα του δεν είναι το γνωστό σπινθηροβόλο. Δυστυχώς, κάποιοι τον εκμεταλλεύονται σ` αυτήν την τόσο δύσκολη ανθρώπινη στιγμή του. Το πρωτοσέλιδο μεγάλης αθηναϊκής εφημερίδας την επόμενη μέρα, υπό τον τίτλο «Σεβαστείτε τον», απηχεί το κοινό αίσθημα. Δυστυχώς, όμως, υπάρχουν κάποιοι που χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει το εύρος της προσωπικότητάς του και το μήνυμα του δικού του λαού, συνέχισαν να εκμεταλλεύονται έναν ηγέτη-μύθο.
Ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 1996, λίγη ώρα μετά την ολοκλήρωση της συνάντησής του με στενούς του συνεργάτες, εν όψει του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ μετά από λίγες ημέρες, όπου κάποιοι τον ήθελαν παρόντα, έφυγε απρόσμενα, ξαφνιάζοντας τους πάντες. Πολλοί λένε ότι ήταν η τελευταία κίνηση «ματ». Χαιρέτησε άλλωστε τους παρευρισκόμενους διά χειραψίας --δεν το συνήθιζε--, και βγαίνοντας από το δωμάτιο είπε: «εγώ τώρα φεύγω». Πέρασε στο Πάνθεον των Αθανάτων, ο τελευταίος εν ενεργεία χαρισματικός ηγέτης. Τα βίντεο από τις λαοθάλασσες των προεκλογικών του συγκεντρώσεων θα κρατήσουν ζωντανή για τους μεταγενέστερους την εικόνα αυτού του χαρισματικού ηγέτη που κατάφερνε να κάνει τα πλήθη να παραληρούν και μόνο στο άκουσμά του...
Μια ταραχώδης ζωή διάρκειας 77 ετών έκλεισε τον κύκλο της ξημερώματα Σαββάτου, 23 Ιουνίου 1996 --τη νύχτα της μεγαλύτερης ημέρας του χρόνου-- μετά από πολύμηνη μάχη. Λίγη ώρα μετά την ολοκλήρωση της συνάντησής του με στενούς συνεργάτες, εν όψει του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ που ήταν προγραμματισμένο για την ερχόμενη εβδομάδα, με αντικείμενο τη διαδοχή του. Χαιρέτισε όλους τους συνδαιτυμόνες διά χειραψίας. Δεν το συνήθιζε. Σαν να γνώριζε ότι δεν επρόκειτο να τους ξαναδεί. Στο κόμμα τα πράγματα επιταχύνθηκαν. Ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης επέστρεψε εσπευσμένα από τη Φλωρεντία όπου εκπροσωπούσε τη χώρα στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μπροστά στα νέα δεδομένα, αναμφισβήτητες. Η σορός του Aνδρέα Παπανδρέου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Η λαϊκή προσέλευση ήταν απρόσμενα μεγάλη, ακόμη και για έναν ηγέτη του επιπέδου του. Η συγκίνηση ήταν παρούσα, όπως και ο σεβασμός από αυτούς που τον πίστεψαν και τον λάτρεψαν. Ο κόσμος συνέρεε κατά χιλιάδες να πει το ύστατο χαίρε στον ηγέτη του.
Πατέρα άκουσες τα νέα;... Εδώ στους δρόμους της Αθήνας και κατά πως λέγουν σε όλη τη γη, ο κόσμος μιλάει για έναν άνθρωπο. Είναι δυνατόν ένας άνδρας να έχει διανύσει τόσα χιλιόμετρα; Λένε ότι μιλούσε για τα γνωστά, πλην ξεχασμένα πράγματα, όπως τη Δημοκρατία, την Παιδεία, την κοινωνική Δικαιοσύνη, την Ειρήνη, την Ισότητα. Λένε ότι τρόμαξε τους δυνατούς και κραταιούς, ότι ξεσήκωσε τους φτωχούς, τους ξενιτεμένους, τους κατατρεγμένους. Μάγεψε με φράσεις όπως η «Εθνική Ανεξαρτησία», «Ο λαός στην εξουσία» και «Η Ελλάδα στους Έλληνες». Λένε πως υπερασπίστηκε τις μικρές και αδύναμες χώρες... Πατέρα, θέλουμε να σου μιλήσουμε με τον ίδιο τρόπο όπως κάθε φορά που μας συνέβαινε κάτι το σημαντικό. Τα νέα είναι τα εξής: ένας σπουδαίος άνδρας, ένας μεγάλος επαναστάτης, ο πατέρας μας, ο πατέρας μας έφυγε... Γεια σου πατέρα... Απόσπασμα από τον επικήδειο που εκφώνησε ο Γ. Παπανδρέου εκείνην την ημέρα, έχοντας δίπλα του τους αδελφούς του Νίκο και Αντρίκο
Υποκλίνομαι με απέραντο σεβασμό μπροστά στον μεγάλο άνδρα που συνδύασε την αρετή και την τόλμη, τη λεβεντιά και τη σοφία, το πάθος και την ευθύνη... Ο Α. Παπανδρέου ήταν ένας αληθινός άρχοντας... Ηγέτης των ρήξεων αλλά ποτέ των διώξεων... Κυρίως ήταν γενναιόδωρος... Καλό σου ταξίδι καπετάνιε μας. Απόστολος Κακλαμάνης, πρόεδρος της Βουλής
Ο Ανδρέας Παπανδρέου ακτινοβολούσε τη γοητεία ενός ανήσυχου και ζωντανού πνεύματος. Αν και αναδείχθηκε στα ύπατα αξιώματα της πολιτικής ζωής, εντούτοις δεν έχασε την ψυχή του... Στο πρόσωπό του ένας ολόκληρος λαός ανεξάρτητα από πολιτικές καταβολές, ιδεολογικές αφετηρίες και κοινωνικές ομάδες, έβλεπε έναν ηγέτη που μπορούσε και άνοιγε νέες προοπτικές για την Ελλάδα... Εξέφρασε τις προσδοκίες πολλών γενεών... Θα δώσουμε στο έργο του συνέχεια και προοπτική. Είναι χρέος τιμής. Κώστας Σημίτης, πρωθυπουργός
Σ` αυτό το τελευταίο «ραντεβού σου με την ιστορία» είναι όλοι εδώ... Αισθανόμαστε βαρύ το χρέος: να συνεχίσουμε, να ολοκληρώσουμε αυτά που εσύ οραματίστηκες, να δουλέψουμε όλοι μαζί ενωμένοι ... Μπορείς να αισθάνεσαι ήσυχος. Θα κρατήσουμε τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ, τον δικό σου ήλιο, ψηλά. ΄Ακης Τσοχατζόπουλος
Εμείς, και εγώ προσωπικά, που με συνέπεια διαφωνήσαμε με τις πολιτικές επιλογές του Ανδρέα, με παρρησία αναγνωρίζουμε το μέγεθος της πολιτικής του παρουσίας... Μιλτιάδης Έβερτ, πρόεδρος Νέας Δημοκρατίας
Βρίσκομαι εδώ από χρέος σ’ έναν πολιτικό που --πέρα και πάνω από τις όποιες διαφωνίες θα μπορούσε να έχει κανείς μαζί του-- απέδειξε ότι στην Ελλάδα η δημοκρατία δεν μπορεί να συγκατοικεί μόνο με τη δύναμη της εξουσίας ή με το σεβασμό στην εξουσία, αλλά κυρίως με την εξασφάλιση των προσωπικών δικαιωμάτων και του τελευταίου πολίτη... Αντώνης Σαμαράς, πρόεδρος ΠΟΛ.ΑΝ.
Δεν περίμενε τις εξελίξεις στη γωνία. Εφευρετικός και απρόβλεπτος, βρήκε δρόμους επικοινωνίας με τον κόσμο που του έδωσε μοναδική αναγνώριση... Η ζωή και η δράση του επηρεάζουν τις εξελίξεις, αλλάζουν τα δεδομένα στην πολιτική ζωή... Αδιάψευστο κριτήριο η πάνδημη θλίψη που περιβάλλει τη σορό του, κάνοντας και το θάνατό του σημείο αναφοράς... Νίκος Κωνσταντόπουλος, πρόεδρος Συνασπισμού
Διακρίθηκε για την εξαιρετική ικανότητά του να προωθεί στρατηγικές αντιλήψεις και στόχους μακράς πνοής με μεθοδικότητα, χωρίς περιττές τυμπανοκρουσίες και κινήσεις... Αλέκα Παπαρήγα, γ.γ. του ΚΚΕ
Ήταν μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, που πενθεί σήμερα. Πιερ Μορουά, Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.
Η Κύπρος πενθεί ιδιαίτερα τον Α. Παπανδρέου... Τα διδάγματά του για τον τρόπο αντιμετώπισης σοβαρών εθνικών θεμάτων θα παραμείνουν καθοδηγητές για το μέλλον. Γλαύκος Κληρίδης, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Όλη η Ελλάδα σκυμμένη εδώ μπροστά σου, κλαίει βουβά... Κώστας Σκανδαλίδης, Γραμματέας της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ
Τα συλλυπητήρια τηλεγραφήματα από τους πολιτικούς ηγέτες του πλανήτη, πολλά. Ο κόσμος όμως που πήγε στην κηδεία σαν να είχε δική του λύπη, ήταν αυτός που υπέγραψε την τροχιά ενός μεγάλου ηγέτη. Ήταν, είπαν, η τελευταία του συγκέντρωση. Και ήταν, όπως πάντα, πολυπληθής...
ΑΝΔΡΕΑ ΖΕΙΣ ΕΣΥ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙΣ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου